Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρκαγιάννης Αντώνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρκαγιάννης Αντώνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2009

Από πού να αρχίσουμε την «επανίδρυση του κράτους»;


  • Γράφει ο Aντωνης Καρκαγιαννης, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13/09/2009

Σας έγραφα το περασμένο Σάββατο, αμέσως μετά την προκήρυξη πρόωρων εκλογών για την ατμόσφαιρα που επικρατούσε σε ένα συγκεκριμένο υπουργείο, για το οποίο είχα «εσωτερική πληροφόρηση». Για τα άλλα υπουργεία δεν γνωρίζω, αλλά είμαι βέβαιος ότι η ατμόσφαιρα ήταν ίδια. Οι σύμβουλοι και οι άλλοι παρατρεχάμενοι των υπουργών, των υφυπουργών και των γενικών γραμματέων, όλοι κομματικά στελέχη, που πριν από πέντε και κάτι χρόνια, με την πρώτη εκλογή της Ν. Δ. κατέλαβαν εξ εφόδου τα υπουργεία, φοβούμενοι ή βέβαιοι ότι θα αναγκασθούν να τα εγκαταλείψουν σύντομα, μάζευαν τα χαρτιά τους και άλλα κατέστρεφαν και άλλα τα έπερναν στο σπίτι τους σαν ιδιωτικό αρχείο. Ταυτόχρονα, και πολύ βιαστικά προσπαθούσαν να τακτοποιήσουν τις τελευταίες «υποθέσεις» τους, κυρίως μεταθέσεις, μερικούς διορισμούς, υπογραφή συμβάσεων της κακιάς ώρας και κυρίως ενταλμάτων πληρωμής σε «δικαιούχους» των περιφερειών του υπουργού, των υφυπουργών και των γενικών γραμματέων: σε οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σε επιλεγμένες μη κερδοσκοπικές οργανώσεις από τις οποίες γέμισε η χώρα, σε «φιλανθρωπικά» ιδρύματα κ. λπ.

Οι κυβερνητικοί μόνιμοι υπάλληλοι συνέπασχαν¨, παρ' ότι δεν κινδυνεύει η μονιμότητά τους. Κινδυνεύουν όμως να βρεθούν στο «ψυγείο», όπου και μέχρι τώρα παραμένουν έγκλειστοι οι μη κυβερνητικοί, αδημονούντες να καταλάβουν αυτοί το υπουργείο με την ίδια εκδικητική και κυρίως αδηφάγο έφοδο. Αυτό επαναλαμβάνεται τα τελευταία χρόνια με κάθε «εναλλαγή στην εξουσία», που θα έλεγε η Αριστερά, όχι και τόσο άδικα παρ' όλο που και η ίδια δεν είναι εντελώς αμέτοχη. Ο γενικός και χονδρικός απολογισμός αυτών των περίτεχνων διαδικασιών, οι οποίες δεν περιορίζονται στα υπουργεία και την κεντρική διοίκηση, αλλά επεκτείνονται σε ολόκληρο τον ευρύτερο, ακριβέστερα, τον ευρύτατο δημόσιο τομέα είναι μερικές δεκάδες χιλιάδες δημόσιοι περισσότεροι υπάλληλοι. Βλέπετε, όταν προσλαμβάνονται «οι δικοί μας» δεν απολύονται «οι δικοί τους», απλώς στοιβάζονται στο «ψυγείο». Σε σύγκριση με άλλες παλαιότερες εποχές ομολογουμένως «ο πολιτικός μας πολιτισμός» σημείωσε σημαντική πρόοδο!

Αν δεν κάνω λάθος την τακτική αυτή, και τις συνακόλουθες μεθόδους, την εγκαινίασε, τουλάχιστον σε ευρεία κλίμακα, ο μακαρίτης Ανδρέας Παπανδρέου, το 1981, όταν για πρώτη φορά, ανήλθε στην εξουσία. Από μια άποψη είχε δίκαιο ο άνθρωπος: πρώτον, γιατί διέθετε στρατιές αδηφάγων κομματικών «αφισοκολλητών» που έπρεπε να τους ανταμείψει και ταυτόχρονα να τους κρατήσει σε ετοιμότητα μάχης. Και δεύτερον, γιατί δεν του ενέπνεε καμιά εμπιστοσύνη, η μόνιμη γραφειοκρατία των υπουργείων, διαμορφωμένη και γαλουχημένη από την «επάρατη Δεξιά». Γι' αυτό και λίγο μετά έβαλε τον επίσης μακαρίτη Μένιο Κουτσόγιωργα να την ξεδοντιάσει, καταργώντας γενικούς διευθυντές, διευθυντές και τμηματάρχες και ανατρέποντας εκ βάθρων την υπηρεσιακή ιεραρχία.

Επειδή η λέξη γραφειοκρατία είναι μισητή και πάντοτε παραπέμπει σε ταλαιπωρίες και αναποτελεσματικότητα, επιτρέψτε μου να έχω τη γνώμη ότι δεν υπάρχει και δεν είναι δυνατό να υπάρξει σοβαρό κράτος χωρίς μόνιμη εξειδικευμένη, ιεραρχημένη και σοβαρή γραφειοκρατία. Αν σας ενοχλεί η λέξη πείτε την υπαλληλία. Το ζητούμενο, συνεπώς, είναι τι είδος γραφειοκρατίας ή υπαλληλίας θέλουμε.

Σε άλλες χώρες υπάρχουν πανεπιστημιακές σχολές που εκπαιδεύουν στελέχη για τη Δημόσια Διοίκηση και οι νέοι αρχίζουν την καριέρα τους με εξετάσεις και φιλοδοξούν να εξελιχθούν βαθμολογικά και μισθολογικά με την εργασία τους και όχι μόνο με την απλή πάροδο των τριετιών. Ας μην πάμε τόσο μακριά. Ας αρκεσθούμε σε δύο απλά. Στην αποκατάσταση της ιεραρχίας, η οποία υπήρχε και διαλύθηκε ώστε να είναι γνωστό ποιος δίνει εντολές και ποιος εκτελεί. Και δεύτερο στον αποκλεισμό του κομματισμού.

Με το τελευταίο πολλοί θα γελάσουν γιατί το θεωρούν ανέφικτο. Οταν έχουμε αλλαγή κυβέρνησης ή μόνο αλλαγή υπουργού, ο νέος υπουργός καταφθάνει στο υπουργείο συνοδευόμενος από έναν τουλάχιστον λόχο συμβούλων, γραμματέων, οδηγών, «φουσκωτών» και άλλων παρατρεχάμενων. Σχεδόν όλοι τους είναι «αλεξιπτωτιστές», πέφτουν από τον ουρανό και δεν έχουν ιδέα για το αντικείμενο με το οποίο ασχολείται το υπουργείο. Πολλοί, σύντομα αδρανοποιούνται και μεταβάλλονται σε «αραχτούς» όπως χαρακτηριστικά τους αποκαλούν. Είναι η πιο αβλαβής περίπτωση και ασφαλώς και σεις τους είδατε να περιφέρονται στα γραφεία του υπουργού, αν ποτέ έτυχε να το επισκεφθείτε.

Το χειρότερο από όλα είναι ότι ο υπουργός και οι υφυπουργοί διοικούν τα υπουργεία μέσω «εμπίστων» συμβούλων και κομματικών γενικών διευθυντών, παρακάμπτοντας τα υπηρεσιακά στελέχη, περιφρονώντας την πείρα τους, τις γνώσεις και την εξειδίκευση, με δυο λόγια τον επαγγελματισμό τους. Συχνά εκφράζονται με έσχατη περιφρόνηση για τις «γραφειοκρατικές εμμονές» της υπαλληλίας, συγχέοντας τις εμμονές με την προσήλωση στη νομιμότητα, έστω και αν είναι «κακοί» οι νόμοι. Με τον τρόπο αυτό που διοικούνται τα υπουργεία, οι εγγενείς αγκυλώσεις της υπαλληλίας μεταβάλλονται σε αδιαφορία και αδράνεια. Αν σε αυτά προσθέσετε τις κατά κύματα προσλήψεις με απολειστικώς κομματικά κριτήρια θα έχετε αρκετά στοιχεία για να διαγνώσετε την ασθένεια της Δημόσιας Διοίκησης, της στενής και της ευρύτερης.

Φοβάμαι ότι «το έργο θα το ξαναδούμε», με την ούτως ή άλλως αλλαγή κυβέρνησης μετά τις εκλογές. Και όμως για όλα τα υπουργεία θα σας πουν ότι υπάρχουν ικανότατοι υπάλληλοι που αυτοί βγάζουν τη δουλειά.

Αριστερή μονοτονία


Tου Aντωνη Kαρκαγιαννη, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 12/09/2009

Το ΚΚΕ, ακολουθούμενο από τον ΣΥΝ, επαναλαμβάνει επί δύο δεκαετίες ακριβώς πεισματικά και μάλλον πληκτικά ότι Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ είναι δύο όμοια κόμματα, με την ίδια πολιτική. Οτι η πολιτική, όπως και η Φύση δεν ανέχονται δύο όμοια είδη, είναι μια γενική αντίληψη και δεν θα περιμέναμε να την προσέξουν. Αλλά, δυστυχώς, δεν προσέχουν και την προφανέστατη αναποτελεματικότητα αυτού του συνθήματος και να το εγκαταλείψουν. Για σύντομο χρονικό διάστημα και κατά τον χειρότερο τρόπο το εγκατέλειψαν το 1989 και συμμάχησαν με τη Ν.Δ. του κ. Κ. Μητσοτάκη. Δεν απεκόμισαν κανένα κέρδος, αντιθέτως έδωσαν την εντύπωση ότι θεωρούν κύριο πολιτικό αντίπαλο το ΠΑΣΟΚ και ύψωσαν τείχη προς τον «κόσμο του», που λογικά θα έπρεπε να θεωρείται δεξαμενή του, ιδιαίτερα για τον ΣΥΝ.

Οι κεντρικές ιδέες αυτής της εξομοίωσης είναι δύο. Τα δύο κόμματα είναι όμοια γιατί και τα δύο «υπηρετούν τον καπιταλισμό», δηλαδή αποδέχονται ως πλαίσιο δράσης το ίδιο κοινωνικοπολιτικό καθεστώς. Περισσότερο καθαρά η Ν.Δ., με «σοσιαλιστικές σάλτσες» το ΠΑΣΟΚ που μάλλον χάλασαν τη συνταγή και πρόσθεσαν προβλήματα στη χώρα. Η δεύτερη ιδέα είναι ακόμα πιο μηχανιστική: από τότε που η Ελλάδα ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ενωση, τα κόμματα που αποδέχονται την ένταξη είναι μοιραίως... όμοια γιατί δέχονται και τυφλά εφαρμόζουν τις εντολές του ίδιου «συνωμοτικού» κέντρου.

Με αυτό προφανώς το σκεπτικό προσπαθούν επί δεκαετίες να διαμορφώσουν το κεντρικό και κρίσιμο πολιτικό μέτωπο. Παρά την επιμονή και τη μονοτονία το κεντρικό και κρίσιμο πολιτικό μέτωπο διαμορφώνεται σε άλλο σημείο, μεταξύ κεντροεξιάς και κεντροαριστεράς (για να το πούμε σχηματικά). Ονομάστηκε δικομματισμός, και πολύ σωστά, με πολλά τρωτά σημεία, όπως η διαμόρφωση κομματικών φέουδων, η ανάδειξη του πολιτικού κόστους ως μοναδικού κριτηρίου πολιτικών επιλογών, η μονιμότητα και αρτηριοσκλήρωση του πολιτικού προσωπικού, ο κομματισμός του κράτους και προπαντός η διαφθορά και η διαπλοκή. Ομως, από την πλευρά της διφυούς Αριστεράς, εκτός από ρητορικές καταγγελίες, αναθεματισμούς και εξορκισμούς δεν έχουμε καμιά απολύτως πολιτική κίνηση και πρωτοβουλία για να σπάσει αυτός ο δικομματικός φαύλος κύκλος. Η τελευταία και πολύ εντυπωσιακή ευκαιρία δόθηκε στον ΣΥΝ, αλλά με πολιτικούς όρους δεν έκανε καμιά προσπάθεια για να την αξιοποιήσει. Εκανε τα ακριβώς αντίθετα.

Αν πάμε λίγο παλαιότερα θα διαπιστώσουμε ότι η κομμουνιστική Αριστερά είχε πάντοτε αδυναμία να συνάψει κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες και να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στην εξέλιξη μιας «αστικής» αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Από ιδεολογικό δογματισμό ή από την ανάγκη «επαναστατικής καθαρότητας». ΄Η από απλή πολιτική ακαμψία.

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009

Εκλογές με νόημα

Tου Aντωνη Kαρκαγιαννη, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 09/09/2009

Με όσα είπε στη Θεσσαλονίκη ο πρωθυπουργός, ο κ. Κ. Καραμανλής, έθεσε (ή προσπάθησε να θέσει) κεντρικό θέμα της προεκλογικής συζήτησης την κατάσταση της οικονομίας και τα μέτρα που θεωρεί αναγκαία για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Ολα τα σχόλια συμφωνούν ότι υπήρξε ειλικρινής, σχεδόν ωμός, στην περιγραφή και «σκληρός» στα μέτρα που προτείνει. Μερικοί, γνωρίζοντες, ισχυρίζονται ότι η κατάσταση της οικονομίας είναι ακόμη χειρότερη από αυτήν που παρουσίασε ο πρωθυπουργός. Αλλοι ότι τα μέτρα που προτείνει, εκτός του ότι είναι σκληρά και αντιλαϊκά (αυτό ας το παρακάμψουμε προς στιγμήν), είναι και ατελέσφορα γιατί προβλέπουν συρρίκνωση σχεδόν όλων των μεγεθών που προκαλούν ασφυξία στα δημόσια οικονομικά. Στην καλύτερη περίπτωση η πολιτική αυτή μπορεί να σταθεροποιήσει τα δημόσια οικονομικά ή και να τα βελτιώσει, δεν θα βοηθήσει όμως την πραγματική οικονομία, εκεί που παράγεται ο πλούτος και ο κόσμος βρίσκει δουλειά και νόημα στη ζωή του.

Αυτά ακούω δεξιά και αριστερά και ομολογώ ότι δεν είμαι σε θέση να κρίνω. Πιστεύω, άλλωστε, ότι και οι ψηφοφόροι θα προσέλθουν στις κάλπες με κριτήρια που θα είναι πολύ διαφορετικά από εκείνα του οικονομικού αναλυτή ή του καθηγητή των οικονομικών. Η στρατιά των υπαλλήλων του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα φυσικό είναι να σκέπτονται τα εισοδήματά τους, που κατά τον πρωθυπουργό πρέπει να παραμείνουν στάσιμα ή μειούμενα τα επόμενα δύο χρόνια. Οι αγρότες θα σκέφτονται το κόστος της παραγωγής που συνεχώς αυξάνονται και τα προϊόντα τους που όταν δεν μένουν αδιάθετα πωλούνται σε χαμηλές τιμές, στο όριο ή κάτω του κόστους. Οι ασφαλισμένοι και οι συνταξιούχοι αγωνιούν για τα ελλειμματικά ταμεία τους και οι νέοι, προπαντός οι πτυχιούχοι, για το πού θα βρουν μια δουλειά για να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους και τις ικανότητές τους. Ακόμα και οι «πλουτοκράτες» της ανώτερης επιχειρηματικής τάξης βλέπουν τη δουλειά τους να περιορίζεται και να μην έχουν περιθώρια νέων επενδύσεων, επεκτάσεων και νέων κατακτήσεων. Και, ασφαλώς, είναι πολλοί εκείνοι που θα ανησυχήσουν για τα μέτρα που πρότεινε ο πρωθυπουργός για την πάταξη της φοροδιαφυγής. Ιδιαίτερα από τον λεγόμενο «μεσαίο χώρο», ο οποίος μετακινούμενος πότε δεξιά και πότε αριστερά αναδεικνύει κυβερνήσεις. Και βέβαια, είναι πολλοί και εκείνοι που αναρωτιούνται, γιατί ο πρωθυπουργός που ήξερε τη «συνταγή» δεν την εφάρμοσε εδώ και χρόνια.

Αυτές οι σκέψεις των πολλών, δυστυχώς, δεν εξαλείφουν το γεγονός ότι η οικονομία είναι το δύσκολο και βασικό θέμα της προεκλογικής συζήτησης. Ο πρωθυπουργός έθεσε το πρόβλημα με επάρκεια ή ανεπάρκεια. Με τους πραγματικούς όρους ή με όρους ψευδείς και παραπλανητικούς. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν έχουν περιθώρια υπεκφυγών ή εκτροπής σε άλλα δευτερεύοντα θέματα, γενικολογίας, απλοϊκών συνθημάτων και λαϊκισμού. Οφείλουν να αντιπαραθέσουν τη δική τους εκδοχή, πρώτον για την υφή του προβλήματος και πώς αυτό περιπλέκεται με τη διεθνή κρίση. Και δεύτερον, ποια μέτρα προτείνουν για την αντιμετώπισή του. Συγκεκριμένα και με το όνομά τους. Τότε μόνο οι ψηφοφόροι θα σχηματίσουν ορθή κρίση και επιλογή και οι εκλογές θα έχουν νόημα και σκοπό.